Οι στιγμές μαζί σου είναι όλες συγκινητικές. Τα τελευταία 12 χρόνια που είμαι μαμά σου έχω ζήσει μαζί σου τα πιο όμορφα, συγκινητικά και υπέροχα πράγματα.
Όμως τώρα ήρθε η στιγμή της αποφοίτησής σου από το Δημοτικό.
Και είναι όλα αλλιώς.
Γιατί δεν είναι απλά ένα ακόμα milestone. Δεν είναι απλά κάτι που κατάφερες, ένα ακόμα ηλικιακό ορόσημο.
Είναι η στιγμή που -δεν μπορώ καν να το πω- το μωρό μου, δεν είναι πια μωρό.
Θυμάμαι την ημέρα που γεννήθηκες σαν να ήταν χθες. Κι αν όχι χθες, πριν από λίγα χρόνια. Σίγουρα όχι 12.
Δεν θυμάμαι πώς ήμουν ακριβώς εκείνες τις ημέρες. Δεν θυμάμαι καν ποιο τραγούδι έπαιζε στο ραδιόφωνο εκείνον τον καιρό ή τι γινόταν στον πλανήτη.
Θυμάμαι όμως το βάρος σου πάνω μου.
Εκείνο το πρώτο, μικροσκοπικό βάρος που άλλαξε για πάντα τις βαρύτητες στη ζωή μου
Θυμάμαι να σε κοιτάζω και να προσπαθώ να καταλάβω τι μου συμβαίνει. Να αναζητώ το πρόσωπό σου λες και είχα μπροστά μου κάποιον που ήδη αγαπούσα χρόνια.
Και μετά άρχισε η ζωή.
Οι άυπνες νύχτες.
Οι πιπίλες που χάνονταν στις τρεις τα ξημερώματα.
Τα παιχνίδια σου που εμφανίζονταν κάτω από κάθε καναπέ του σπιτιού.
Τα πρώτα σου βήματα, που έμοιαζαν με πιγκουινάκια.
Οι αγκαλιές που μύριζαν μωρουδίλα.
Οι ερωτήσεις που δεν τελείωναν ποτέ.
«Γιατί ο ουρανός είναι μπλε;»
«Γιατί κοιμόμαστε;»
«Γιατί οι μεγάλοι πηγαίνουν δουλειά;»
Κι εγώ να προσπαθώ να σου εξηγήσω τον κόσμο, ενώ στην πραγματικότητα εσύ ήσουν αυτός που τον εξηγούσε σε εμένα από την αρχή.

Και -μη με ρωτάς τι συνέβη- αλλά πέρασαν 12 χρόνια.
Σε μια στιγμή.
Έκλεισα τα μάτια μου, τα άνοιξα, και ήρθε η μέρα της αποφοίτησής σου από το Δημοτικό.
Και ξέρεις κάτι;
Δεν κατάλαβα πότε έγινε.
Ορκίζομαι πως πριν από λίγο κρατούσα το χεράκι σου για να κατέβεις το πεζοδρόμιο.
Και τώρα σε κοιτάζω να περπατάς μπροστά μου με εκείνο το βήμα που έχει αποκτήσει σιγά σιγά τη σιγουριά ενός ανθρώπου που μεγαλώνει και ονειρεύεται να κατακτήσει τον κόσμο.
Να χαράξει τη δική του πορεία.
Σε λίγους μήνες θα πας Γυμνάσιο.
Το λέω και νιώθω λες και μιλάω για ένα άλλο παιδί. Όχι το δικό μου.
Γυμνάσιο.
Μια λέξη που κάποτε -ίσως όχι και τόσο μακριά- αφορούσε μόνο εμένα.
Και ξαφνικά αφορά εσένα.
Δεν ξέρω τι να περιμένω. Δεν θέλω ίσως και να ξέρω. Θέλω και αυτό το κομμάτι της ζωής σου να το ανακαλύψουμε μαζί.
Ξέρω πως θα υπάρξουν μέρες, που θα προτιμάς το δωμάτιό σου από τον καναπέ δίπλα μου. Το βλέπω ήδη αυτό.
Μέρες που θα χρειάζεσαι λιγότερο το χέρι μου και περισσότερο την εμπιστοσύνη μου.
Και ξέρω πως έτσι πρέπει να γίνει.
Αυτό είναι άλλωστε, το σχέδιο από την πρώτη στιγμή που σε κράτησα στην αγκαλιά μου.
Να μεγαλώσεις.
Να ανοίξεις τα φτερά σου.
Να πας πιο μακριά από μένα.
Απλώς κανείς δεν μου είχε πει ότι η περηφάνια για κάτι που έρχεται και η νοσταλγία για κάτι που τελειώνει μπορούν να χωρέσουν στην ίδια καρδιά την ίδια στιγμή.
Σήμερα σε κοιτάζω και βλέπω και τα δύο παιδιά μαζί.
Το μωρό που αποκοιμιόταν πάνω μου.
Και τον έφηβο που έρχεται.
Το παιδί που μου ζητούσε να του δέσω τα κορδόνια.
Και το αγόρι που ετοιμάζεται να περπατήσει στον δικό του δρόμο.

Δεν ξέρω τι άνθρωπος θα γίνεις.
Ξέρω όμως ήδη τι παιδί είσαι τώρα.
Καλό.
Γενναιόδωρο.
Αστείο.
Πεισματάρικο όσο χρειάζεται για να κυνηγάς αυτά που αγαπάς.
Και αυτό μου αρκεί.
Αν μπορούσα να κρατήσω μία μόνο εικόνα από όλα αυτά τα χρόνια, δεν θα ήταν κάποια μεγάλη στιγμή.
Θα ήταν ένα συνηθισμένο απόγευμα.
Εσύ στον καναπέ.
Να μου λες κάτι που δεν θυμάμαι πια.
Κι εγώ να σε ακούω αφηρημένα, πιστεύοντας ότι έχουμε άπειρο χρόνο μπροστά μας.
Σκέφτομαι πως η παιδική ηλικία είναι ακριβώς αυτό.
Μια σειρά από συνηθισμένες μέρες που αργότερα καταλαβαίνεις πως ήταν οι πιο πολύτιμες.
Να πας λοιπόν στο Γυμνάσιο, παιδί μου.
Να κάνεις φίλους.
Να κάνεις λάθη.
Να γελάσεις δυνατά.
Να αγαπήσεις ανθρώπους.
Να δοκιμάσεις πράγματα.
Να ανακαλύψεις ποιος είσαι.
Κι εγώ θα είμαι εδώ.
Λίγο πιο πίσω από ό,τι ήμουν όταν ήσουν μικρός.
Αλλά πάντα εδώ.
Να σε καμαρώνω.
Να σε περιμένω.
Να σε αγαπώ με εκείνον τον τρόπο που ξεκίνησε την ημέρα που γεννήθηκες.
Με αγάπη,
Η μαμά.